Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Κριτική Θεάτρου ή Θέατρο Σκιών;

Στις οργανωμένες χώρες οι θεατρικές κριτικές γράφονται αμέσως μετά την επίσημη πρεμιέρα του έργου. Το αναγνωστικό κοινό στηρίζεται στην εγκυρότητα της κριτικής της εφημερίδας που εμπιστεύεται και αναλόγως επιλέγει τις παραστάσεις που θα δει.
Βεβαίως, αυτό απαιτεί η κριτική να ενημερώνει σωστά και αντικειμενικά τον αναγνώστη. Ο θεατρικός κριτικός θεωρείται επαγγελματίας όταν γνωρίζει το αντικείμενο και έχει συναίσθηση των ευθυνών του απέναντι των αναγνωστών και των καλλιτεχνών.
Στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια, στις περισσότερες κριτικές που διαβάζουμε επικρατούν η μεροληψία, το πατρονάρισμα, η κολακεία, η εμπάθεια, οι προσωπικές επιθέσεις, η έλλειψη θάρρους της γνώμης-ιδιαίτερα απέναντι στα «μεγάλα ονόματα»-, η ασχετοσύνη, η θεωρητική φλυαρία, οι εκδουλεύσεις, οι δημόσιες σχέσεις.
photo: Ntzoumanis Thanos@Flickr

Πολύ συχνά, έκπληκτοι, βλέπουμε κριτικούς να πηγαίνουν παρέα με ηθοποιούς ή σκηνοθέτες σε πρεμιέρες, να τραπεζώνονται, να διευθύνουν μαζί οργανισμούς, να έχουν οικονομικές σχέσεις, να προλογίζουν προγράμματα παραστάσεων και αναρωτιόμαστε πόσο οι διθυραμβικές κριτικές προς αυτούς τους καλλιτέχνες, με τους οποίους σχετίζονται τόσο στενά, μπορούν να είναι αντικειμενικές.
O κάθε Έλληνας κριτικός, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, έχει έναν κύκλο καλλιτεχνών με τους οποίους συνδέεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και για τους οποίους δεν γράφει ποτέ κακή κριτική. Η κατηγορία του «αλάνθαστου» ηθοποιού ή σκηνοθέτη που έχει εξασφαλισμένη τη διθυραμβική κριτική από κάποιον ή κάποιους κριτικούς, είναι «πατέντα» κριτικών με χαμηλό αίσθημα ευθύνης και αξιοπρέπειας.
Βλέπουμε κατ’ επανάληψη μέτριες έως κακές ερμηνείες να υμνούνται. Βλέπουμε ορισμένους να «σπρώχνονται» μέσα από μεροληπτικές κριτικές και έτσι να εδραιώνονται στον χώρο. Έχουμε δει απαράδεκτες σκηνοθεσίες και μέτριους σκηνοθέτες να εκθειάζονται και να προωθούνται.
Μέχρι και μεταφράσεις που αλλοιώνουν βάναυσα το έργο παίρνουν επαίνους από κριτικούς.
Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε συχνά καλλιτέχνες να δέχονται κριτικές απαράδεκτης ηθικής και αισθητικής, οι οποίες περιέχουν σφοδρές προσωπικές επιθέσεις, άθλιου επιπέδου «κοσμητικά επίθετα», χλεύη, ειρωνείες, χτυπήματα κάτω από τη ζώνη και πολλά άλλα.
Πολλές από αυτές τις κριτικές εξυπηρετούν διάφορες σκοπιμότητες, όπως την απόκτηση επιρροής στον χώρο του θεάτρου και την εξυπηρέτηση των «ημετέρων». Πόσοι μέτριοι καλλιτέχνες έχουν ευνοηθεί στην Ελλάδα και πόσοι άξιοι μπήκαν στο περιθώριο εξαιτίας αυτών των διαπλεκόμενων θεατρικών κριτικών;
Ένας από τους σημαντικότερους, εάν όχι ο σημαντικότερος, Έλληνας θεατρικός κριτικός της σύγχρονης Ελλάδας, ο Τάσος Λιγνάδης (1926-1989) λέει στο βιβλίο του «Θεατρολογικά» (Τόμος Ι):
«...το ήθος καί το ύφος της Κριτικής είναι η περιουσία της και η αρχοντιά της. Είναι προϋποθέσεις ν' ανοίξει ο διάλογος και όχι να κλείσει το θέμα. Πίσω από τη σκανδαλοθηρία και τον λίβελλο, όπως και πίσω από το εγκώμιο και τον λιβανωτό, κρύβονται όλα τα σκοτεινά απωθημένα ή τα συμφέροντα και όλες οι δυνατές αδυναμίες. Σε χώρες που ο Τύπος καταντάει μονοπώλιο μεγάλων οργανισμών, μεθοδεύει ανελεύθερα και τις δικές του κριτικές στήλες και διοχετεύει τα πνευματικά του καυσαέρια μολύνοντας την αναπνοή και θολώνοντας τους ορίζοντες της πνευματικής ζωής. 'Εχει τις δυνατότητες να δείχνει ό,τι θέλει, να αποκεφαλίζει ό,τι δεν του συμφέρει και να λασπώνει ό,τι θεωρεί επικίνδυνο».
Όσοι ακολουθούν αυτές τις πρακτικές, προσπαθώντας να θολώσουν τα νερά, επικαλούνται το δικαίωμα στην υποκειμενικότητα και στην ελευθερία της άποψης. Όμως το ζητούμενο δεν είναι μόνο η υποκειμενικότητα και η ελευθερία της άποψης, αλλά το ήθος, ο πολιτισμός και, πάνω από όλα, η εντιμότητα και η ειλικρίνεια της άποψης αυτής.
Η συνήθης, χλωμή, δικαιολογία που προβάλλουν οι εμπλεκόμενοι είναι πως η διδασκαλία σε δραματικές σχολές, οι μεταφράσεις, οι συνεντεύξεις, οι δραματολογικές υπηρεσίες, αποτελούν μέρος της ειδικότητας και πηγές βιοπορισμού των κριτικών.
Προς αποφυγή διανοουμενίστικων επιχειρημάτων ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τον χώρο του ποδοσφαίρου. Κάποιος ο οποίος είναι κολλητός του προέδρου μιας ομάδας ή κουμπάρος του ή μέτοχος της ομάδας ή βρίσκει παίκτες για την ομάδα ή κάνει σεμινάρια στους παίκτες της ομάδας ή είναι προπονητής της ομάδας, μπορεί ποτέ να είναι και διαιτητής σε παιχνίδια αυτής της ομάδας; Ποτέ. Όταν έχουμε τέτοια φαινόμενα στο ποδόσφαιρο τα αποκαλούμε σκάνδαλα. Στο θέατρο γιατί τα αποδεχόμαστε και δεν τα κρίνουμε αναλόγως;
Ο Κάρολος Κουν (1908-1987), πριν από 35 χρόνια, είχε πει: «Είναι αρνητική η κριτική των άμεσα συνδεδεμένων με θεατρικούς οργανισμούς, όπως και η κριτική που γίνεται βάσει μιας στρατηγικής, με στόχο την επιβολή του συγκεκριμένου κριτικού πάνω στη θεατρική ζωή του τόπου –και η μια και η άλλη αποτελούν κινδύνους για το θέατρο, που έχουν αρχίσει πια να γίνονται άμεσοι...»
Τα διαπλεκόμενα συμφέροντα και οι σκοπιμότητες, ακυρώνουν την αντικειμενικότητα της κριτικής και παρουσιάζουν μια εικόνα αφόρητου ερασιτεχνισμού και επαρχιωτισμού.
Μπορεί η Ελλάδα να είναι μια μικρή χώρα όπου συχνά «πέφτουμε» ο ένας πάνω στον άλλον, αλλά άλλο μικρή χώρα και άλλο γειτονιά.
Προσφάτως, ένας από τους θεατρικούς μας κριτικούς με ειλικρίνεια ομολόγησε γραπτώς πως δεν είναι δυνατόν ο Έλληνας κριτικός να γράψει κακή κριτική σε κάποιον που είναι φίλος του ή παλιός συμμαθητής ή συγγενής ή του ανεβάζει τις μεταφράσεις του ή διδάσκει στη δραματική του σχολή ή τρώνε μαζί σε ταβέρνες ή ήρθε μάρτυρας υπεράσπισης ή εξυπηρετεί κάποιον φίλο του, κ.τ.λ. «Με τι μούτρα», λέει, «θα τον ξανασυναντήσεις;».
Η σοκαριστική αυτή ομολογία αποκαλύπτει το μέγεθος της παραπλάνησης του κοινού μέσα από μεροληπτικές κριτικές.
Ο Τάσος Λιγνάδης λέει στο βιβλίο «Θεατρολογικά» (Τόμος ΙΙ):
«Συχνά καταγγέλεται η κριτική ότι είναι υποκειμενική. Η καταγγελία όμως σκιαμαχεί σοφιστικά με ένα ψευδοπρόβλημα. Βεβαίως είναι υποκειμενική, εάν εννοηθεί ότι εκφράζει την ιδιοσυστασία κάθε κρίνοντος προσώπου. Εάν όμως εννοηθεί ότι κάτω από την "υποκειμενική" υπάρχει το προσωπικό συμφέρον ή ιδιοτέλεια, η εύνοια ή η διαφθορά, τότε δεν βρισκόμαστε μπροστά σε άσκηση κριτικής, αλλά σε μηχανισμούς παραπλανήσεως και απάτης. Η λειτουργία της κριτικής δεν διαθέτει φυσικά την προνομία του αλάνθαστου. Μπορεί ενίοτε να αυταπατάται, αλλά, εάν εξαπατά παύει να είναι κριτική».
Τεράστια ευθύνη για αυτή την κατάσταση έχουν αρχικά οι εφημερίδες -έντυπες και διαδικτυακές- διότι δεν ακολουθούν έναν αυστηρό κώδικα δεοντολογίας που να απαγορεύει στον κριτικό να γράφει κριτική για καλλιτέχνες με τους οποίους συνδέεται προσωπικά, οικονομικά, κ.τ.λ. Αυτή θα ήταν η ελάχιστη ένδειξη σεβασμού προς το αναγνωστικό κοινό και προς το θέατρο γενικότερα. Εάν θέλουν οι εφημερίδες να προσφέρουν αντικειμενική πληροφόρηση ας αναθέσουν την κριτική θεάτρου σε περισσότερους από τον έναν κριτικό που συνήθως διαθέτουν. Να προσθέσουν μια ομάδα νέων, ικανών και αμερόληπτων κριτικών, οι οποίοι θα καλύπτουν πολύ μεγαλύτερο αριθμό παραστάσεων. Τόσοι απόφοιτοι πανεπιστημιακών Θεατρολογικών τμημάτων υπάρχουν που μένουν ανεκμετάλλευτοι και άνεργοι.
Η ευνοιοκρατία επίσης διέπει και την στάση των περισσοτέρων δημοσιογράφων και σχολιαστών των θεατρικών δρώμενων στο πολιτιστικό ρεπορτάζ.
Για παράδειγμα, κανείς ποτέ δεν έχει σχολιάσει τον απαράδεκτο και οπισθοδρομικό τρόπο με τον οποίο καταλαμβάνονται οι θέσεις των Καλλιτεχνικών Διευθυντών του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος καθώς και οι θέσεις των Διευθυντών των Δραματικών τους Σχολών. Παρά τις εξαγγελίες των εκάστοτε κυβερνήσεων για αξιοκρατία, οι προσλήψεις εξακολουθούν να γίνονται μέσα από κυκλώματα χωρίς προκήρυξη και χωρίς περιγραφή των προσόντων, των απαιτήσεων, των καθηκόντων αυτών των θέσεων, όπως γίνεται σε όλες τις πολιτισμένες και δημοκρατικές χώρες. Στις περιόδους διαδοχής των Καλλιτεχνικών Διευθυντών, οι δημοσιογράφοι αντί να θέτουν ζήτημα προκήρυξης των θέσεων, «σπρώχνουν» ως καταλληλότερο τον ευνοούμενό τους.
Χωρίς προκήρυξη και αμερόληπτη αξιολόγηση, οι επιλογές θα συνεχίσουν να γίνονται μεταξύ των ευνοουμένων και όχι μεταξύ των καταλληλότερων. Επίσης θα διαιωνίζονται οι κλίκες, ο κομματικός σωλήνας και τα διάφορα συμφέροντα, όχι μόνο στις διαδικασίες πρόσληψης αλλά κατ’ επέκταση και στην εσωτερική λειτουργία των οργανισμών αυτών. Θέλω να τονίσω πως στόχος μου εδώ δεν είναι να κρίνω τα εκάστοτε πρόσωπα αλλά τις αδιαφανείς διαδικασίες. 
Ας τελειώνουμε με το παρασκήνιο. Δεν γίνεται μια ζωή οι έννοιες δημοκρατία, αξιοκρατία και ίσες ευκαιρίες να είναι μόνο στα λόγια. Η προώθηση των «ημετέρων» και οι κάθε λογής σκοπιμότητες δεν υπηρετούν ούτε το θέατρο, ούτε την κριτική, ούτε τη δημοσιογραφία, ούτε τη χώρα. Αυτή η νοοτροπία μας έφερε εδώ που βρισκόμαστε.
Και δεν αναφέρομαι στην κρίση, αλλά στη σήψη.
*Ο Ανδρέας Μανωλικάκης είναι Πρόεδρος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Actors Studio Drama School (Master of Fine Arts) στο Pace University της Νέας Υόρκης, καθηγητής σκηνοθεσίας και υποκριτικής, δια βίου Μέλος του Actors Studio και Μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου.
www.protagon.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...