Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Η κατάρα της αλάνθαστης μνήμης


«Στόχος του θεάτρου», λέει ο διάσημος σκηνοθέτης Πίτερ Μπρουκ, είναι να «μας καταπλήξει και να συνενώσει δύο αντικρουόμενα στοιχεία, το οικείο και το εξαιρετικό». Με βάση αυτήν την αρχή αρχίζει την εξερεύνησή του σε φαινομενικά κοινούς ανθρώπους που κρύβουν απ’ τον εαυτό τους και τους άλλους τις εξαιρετικές δυνατότητες του μυαλού τους. To τελικό αποτέλεσμα, στο οποίο συνεργάστηκε με τη Marie-Helene Estienne, ονομάζεται «Λιβάδι της κατάπληξης» (The Valley of Astonishment) και αφορά μια μεσήλικη γυναίκα που ανακαλύπτει πως πάσχει από μια εκπληκτική πάθηση: τη συναισθησία.


Ο Αρτούρ Ρεμπό γράφει σ’ ένα ποίημά του: «Άλφα μαύρο, Έψιλον λευκό, Ιώτα κόκκινο, Ύψιλον πράσινο, Όμικρον μπλε». Αυτή είναι ίσως η πιο κοινή μορφή συναισθησίας, το μπλέξιμο δηλαδή οπτικών ερεθισμάτων και χρωμάτων. Κάποιοι βλέπουν κάθε γράμμα με διαφορετικό χρώμα, άλλοι βλέπουν λέξεις με διαφορετικό χρώμα. Και δεν είναι λίγοι: Περίπου 4% του πληθυσμού λειτουργεί με αυτήν την ιδιομορφία, ανάμεσά τους οι William Pharell και Lady Gaga.


Σκηνή από την παράσταση του έργου «Λιβάδι της κατάπληξης», σε σκηνοθεσία Πίτερ Μπρουκ.


Η παράσταση του 89χρονου σκηνοθέτη παρουσιάστηκε με διθυραμβικές κριτικές στο θέατρο Les Bouffes du Nord στο Παρίσι τον Μάιο, και συνεχίζει απ’ αυτήν την εβδομάδα στο θέατρο Young Vic στο Λονδίνο. Η παράσταση εξερευνά περισσότερους χαρακτήρες – όλους τούς ερμηνεύουν οι ίδιοι τρεις ηθοποιοί. Κεντρικός χαρακτήρας η Σάμι Κόστας (Κάθριν Χάντερ, η χαρισματική ηθοποιός γνωστή, μεταξύ άλλων, για τον πίθηκο του Κάφκα) χάνει τη δουλειά της ως δημοσιογράφος, επειδή η αξιοθαύμαστη μνήμη της ωθεί τον αρχισυντάκτη της να την απολύσει, ώστε να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της στο έπακρον. Με τη βοήθεια νευρολόγων, ξεκλειδώνει το μυστήριο του μυαλού της, όπου κάθε λέξη, ακόμη και σε γλώσσα άγνωστη, την οδηγεί συνειρμικά σε εικόνες, οι οποίες αποθηκεύονται στο μυαλό της για πάντα.


Μια αλάνθαστη μνήμη και μια ατέλειωτη αποθηκευτική ικανότητα είναι όπλο κόντρα σε όλες τις εκφυλιστικές ασθένειες της εποχής μας, σωστά; Σίγουρα, αλλά η λήθη είναι και κάθαρση. Όταν πιάνει δουλειά σ’ ένα θέατρο, όπου τη χειροκροτούν για τις απύθμενες ικανότητές της και τη μετατρέπουν σε ζώο του τσίρκο, η Σάμι Κόστας συνειδητοποιεί πως το χάρισμά της είναι κατάρα και όχι ευλογία. «Γιατροί, δεν μπορώ να ξεχάσω! Έγραψα όλους τους αριθμούς που μου λένε οι θεατές σ’ ένα χαρτί, και το έκαψα. Αλλά συνεχίζω να τους βλέπω μπροστά μου, πείτε τι να κάνω;», παρακαλάει τους νευρολόγους.

Συμμετοχή του κοινού

Βασισμένη σε μια ιδέα του ίδιου του Πίτερ Μπρουκ, αλλά και της συνεργάτιδός του Marie-Helene Estienne, η παράσταση μοιάζει να χτίζεται έξω από χρονικά όρια, απαλλαγμένη από φιοριτούρες. «Δεν έθεσα ως στόχο μου τη λιτότητα των σκηνικών και την απλότητα του ύφους. Δεν είμαι μινιμαλιστής και μ’ ενοχλεί αυτός ο χαρακτηρισμός. Απλώς ψάχνω το πιο ευθύ μονοπάτι. Όσο περισσότερο ψάχνουμε, τόσο πετάμε τις αποσκευές που μας βαραίνουν. Η απλότητα έρχεται στο τέλος», θα πει σε συνέντευξή του στην τηλεοπτική εκπομπή «France 24» λίγες ημέρες μετά την πρεμιέρα της παράστασης.

Διάσημος διεθνώς, ο Πίτερ Μπρουκ ίδρυσε το 1970 το Διεθνές Κέντρο Θεατρικών Ερευνών (CICT) και το 1974 ξανάνοιξε το ιστορικό θέατρο Les Bouffes du Nord. Σ’ ένα κτίριο που πρόσφατα κρίθηκε διατηρητέο, σε μια περιοχή –La Chapelle, 10o διαμέρισμα– που δεν φημίζεται για τα πολιτιστικά της δρώμενα, παρακολουθούμε την παράσταση από ψηλά, αφού οι θέσεις είναι φτιαγμένες ώστε όλοι οι θεατές να βλέπουν. Η πλατεία συμμετέχει ενεργά, καθώς οι συμπρωταγωνιστές της Χάντερ καλούν ορισμένους θεατές στη σκηνή.

Η Κάθριν Χάντερ, όπως και οι συμπρωταγωνιστές της, είναι σπαρακτική, σαν ένα μοναχικό πλάσμα που προσπαθεί να ενταχθεί, αλλά υποφέρει από ένα χάρισμα. Οι ήρωες έχουν προσωπικές ιστορίες από το παρελθόν, και αν μη τι άλλο τις θυμούνται πολύ ζωντανά, αλλά είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα. Διότι η δική τους πραγματικότητα είναι «οι συνομιλίες που ακούω στους διαδρόμους, πώς θα τις σωπάσω αυτές τις φωνές γιατρέ;» φωνάζει η Σάμι Κόστας.

Με το Τheatre of Cruelty, ο σκηνοθέτης ήθελε, μεταξύ άλλων, να υποδείξει πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος εκεί έξω. «Σήμερα, πολλοί σκηνοθέτες θέλουν να δείξουν τον θυμό τους μέσα από το έργο τους. Αλλά η κοινωνία μας είναι γεμάτη από θυμό και θλίψη. Εγώ θέλω να δείξω ότι υπάρχουν απίστευτες δυνατότητες στους ανθρώπους. Και αν στο τέλος της παράστασης υπάρξει μια στιγμή σιωπής, τότε νιώθω πως πέτυχα. Πως για μια στιγμή οι θεατές ξέχασαν τις ανησυχίες τους. Ο εσωτερικός μονόλογος σώπασε και η παράσταση τους άγγιξε σ’ ένα επίπεδο πολύ προσωπικό».

The Valley of Astonishment, Young Vic Theatre, 66 The Cut, London SE1 8LZ, United Kingdom, /www.youngvic.org. 20 Ιουνίου - 12 Ιουλίου, εισιτήρια από 10 ευρώ.


www.kathimerini.gr/Βάλια Δημητρακοπούλου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...